Αναρτήθηκε από: filopappou | Οκτώβριος 29, 2007

Ο Κώστας Ταχτσής απεύχεται περίφραξη στου Φιλοπάππου, το 1973!

Το απόσπασμα που ακολουθεί, είναι από κείμενο του ποιητή και λογοτέχνη Κώστα Ταχτσή, που πρωτοδημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1973(!)στο γερμανικό περιοδικό Merian.

Το αφιερώνουμε σε όσους επιχείρησαν και επιχειρούν να περιφράξουν του Φιλοπάππου, τους υπουργούς πολιτισμού Βενιζέλο, Βουλγαράκη, Λιάπη, τον «εξαίρετο» σημερινό γενικό γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Χ. Ζαχόπουλο και όλο το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, τους αρχαιολόγους της Ά ΕΠΚΑ, Α. Μάντη, Π. Λαζαρίδου, Ο. Βογιατζόγλου, Α. Χωρέμη, την Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων Α.Ε. και κάθε άλλον που θα αναγνωρίσει τον εαυτό του σε αυτό.

Χαιρόμαστε που οι σημερινοί Bάνδαλοι, Νεάτρνταλ κ.λ.π. κάτοικοι, που δεν θέλουμε τα κάγκελα, βρήκαμε στο πρόσωπο του Κώστα Ταχτσή, ένα σύμμαχο ιδιαίτερης συμβολικής αξίας, που με απλό υπολογισμό του αγριανθρωπισμού του κέρδους και της ακαλαισθησίας, προέβλεψε από το 1973 την περίπτωση της «αξιοποίησης», περίφραξής των λόφων. Του υποσχόμαστε ότι στο μέτρο και το βαθμό που μας αναλογεί, θα κρατήσουμε το κομμάτι αυτό της Αθήνας όπως το αγάπησε αυτός, αλλά και εμείς.

2« Εχώ ζήσει σε πολλές πόλεις. Μερικές απ’ αυτές – το Σίντνεϋ, τη Νέα Υόρκη – τις αγάπησα πολύ, κι ευχαρίστως θα τις ξανάβλεπα για λίγο, έστω και μια φορά στα πέντε χρόνια. Αλλ’ όση ζωή μου μένει ακόμα, εδώ προπάντων, στην Αθήνα, θά ‘θελα να τη ζήσω, κι εδώ, όταν έρθει κάποτε κι εκείνη η ώρα, εδώ να τελειώσω τις μέρες μου. Κι εκτός αν συμβεί τίποτα απρόοπτο, μάλλον έτσι θα γίνει – κάποια στιγμή που ο πληθυσμός της θα πλησιάζει τα πέντε εκατομμύρια, πεντέμισι στην αιχμή της τουριστικής περιόδου. Ως τότε, σκέφτομαι καμιά φορά, δε ‘θαχει μείνει σχεδόν τίποτα απ’ την Αθήνα μου, εκείνη την Αθήνα που αγάπησα. Μα κάτι μέσα μου μου λέει πως ίσως να έχω κι άδικο. Γιατί – εκτός κι αν γίνει πια καμιά μεγάλη, κοσμογονική αλλαγή – θα μένουν πάντως για πολύ καιρό ακόμα, για πάντα ελπίζω, ο λόφος του Λυκαβηττού κι ο λόφος του Φιλοπάππου. Ως τότε βέβαια, θα’χουν «αξιοποιηθεί» από κάποια κακόγουστη δημοτική ή κρατική υπηρεσία και θά ’χουν μαντρωθεί με συρματοπλέγματα. Μα τα παιδιά και τα ζευγάρια των ερωτευμένων θα βρίσκουν πάντα έναν τρόπο ν’ ανοίγουν ένα πέρασμα, ίσα – ίσα για να μπορούνε να τρυπώνουν μέσα. «

Κώστας Ταχτσής
«Η γιαγιά μου η Αθήνα»

Η «γιαγιά μου η Αθήνα» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο γερμανικό περιοδίκό Merian τον Αύγουστο του 1973, και ελληνικά στον τόμο Ελληνική Πεζογραφία 1976, εκδόσεις Ερμείας. Το Merian, κάτι ανάλογο με το αμερικάνικο περιοδικό National geographic magazine

1

Advertisements

Responses

  1. Στη μνήμη του Ταχτσή και στην μνήμη όλων των ανώνυμων παππούδων και πατεράδων μας, στην μνήμη όλων των παιδικών μας Κυριακών στον Λόφο, με τις πεταλούδες, τα μηρμύγκια, το σκαρφάλωμα και το κυνηγητό, ο Λόφος ΜΑΣ είναι και θα μείνει ελεύθερος για όλους. Εμείς δεν αρκούμεθα σέ μία τρύπα στα σύρματά τους για να μπούμε. Δεν είμαστε υποταγμένοι περιθωριακοί. Είμαστε ελεύθεροι πολίτες με γνώμη και παρρησία.

    Οι γραφειοκράτες που δεν έχουν μνήμες από τον Λόφο ούτε από κάτι ανάλογο (πια) αλλά μόνο μια μίζερη επιθυμία να ξεχωρίσουν ανάμεσα στους ομοίους τους (για φαντάσου…, τι τιμή…) προσπαθούν να μας μετατρέψουν σε τύπους που μπαίνουν από τρύπες ή τάχουν καλά μαζί τους και για αυτό τους δίνουν σαν ελεημοσύνη για την υποταγή τους αυτό που κανονικά ανήκει σε όλους. Αυτό δεν ταιριάζει στον Λόφο ΜΑΣ ούτε στην ψυχή που θέλουμε να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας.

    Στην μνήμη του Ταχτσή, στην μνήμη του Δημήτρη Πικιώνη και στην μνήμη των δικών μας που αγάπησαν τον Λόφο και την γαλήνη που νοιώθει κανείς εκεί και μύησαν και εμάς στα μυστικά του.

  2. Είμαστε όλοι τσιγγανόπουλα!

    Σε κάθε περίπτωση, το σχολείο αποτελεί το χώρο όπου τα Τσιγγανόπουλα καλούνται να επαναδιαπραγματευτούν την ταυτότητά τους προκειμένου να επιβιώσουν. Όπως αναφέρουν οι Μ. Βασιλειάδου και Μ. Παυλή – Κορρέ, «στην πρώτη του επαφή με το σχολείο το Τσιγγανόπαιδο έχει να αντιμετωπίσει ένα νέο κόσμο, εντελώς διαφορετικό από αυτόν που μέχρι σήμερα ήξερε. Γι’ αυτό πολύ συχνά διακόπτει την παρακολούθησή του». Η εμπειρία της 10χρονης Χριστίνας είναι ενδεικτική. «Έκλαιγα συνέχεια. Φοβόμουν τα κάγκελα. Το σπίτι μου δεν έχει κάγκελα», αναφέρει για τις πρώτες τραυματικές ημέρες στο νέο περιβάλλον, που σηματοδοτούσε το τέλος της τσιγγάνικης ελευθερίας.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: