Αναρτήθηκε από: filopappou | Αύγουστος 18, 2009

Δεν θα μας τον στερήσετε ποτέ!

01b

Βραδάκι 18 Αυγούστου, οκτώ και μισή και μια παρέα φίλων χαιρόμαστε τον λόφο μας, καθισμένοι σε ένα από τα ελάχιστα τραπέζια πικ-νικ που απέμειναν από την δεκαετία του 80. Η θέα και οι εικόνες μοναδικές. Μια από τις λίγες στιγμές που μπορείς να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου ότι ζεις σε μια όμορφή πόλη. Μέσα στο σκοτάδι μοιάζει σαν χαλί από χριστουγεννιάτικα φωτάκια.

01Χτες βραδάκι, μάλλον μάνα και κόρη απολαμβάνουν τη μοναδική στιγμή, θέα, χρώμα…

Είναι περίεργα αντιφατικό, αλλά ο μολυσμένος αέρας της δυτικής Αθήνας και του Θριάσιου πεδίου, βοηθά πολύ περισσότερο ώστε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος να είναι πιο έντονα και εκπληκτικά όμορφα. Ναι πράγματι. Του Φιλοπάππου δεν είναι απλώς ένα σημείο για να κοιτάζει κανείς την Ακρόπολη. Ούτε για να επιστρέφεις σε ένα «ένδοξο παρελθόν». Είναι κυρίως ένας χώρος θεραπευτής των τραυμάτων που μας δημιουργεί καθημερινά αυτή η πόλη. Είναι ησυχαστήριο στη διάρκεια της ημέρας, αλλά το βράδυ η μαγιά του γίνεται μοναδική. Μόνο αρρωστημένοι, άνθρωποι, καριερίστες και κερδοσκόποι θα μπορούσαν να επινοήσουν τρεισήμισι χιλιόμετρα περίφραξη και κλείσιμο του λόφου μετά τη δύση (για να αφήσουμε το εισιτήριο απ’ έξω). Δηλαδή να μας στερήσουν ένα από τα ελάχιστα αγαθά που μας προσφέρει αυτή η τσιμεντούπολη, μια ήρεμη βραδινή βόλτα στη φύση, τη δροσιά και τη μοναδική θέα λίγα λεπτά από τα σπίτια μας, για όσους ζούμε εκεί γύρω. Και θέλει πολύ θράσος να φαντάζεται κανείς ότι με απειλές και διώξεις θα εξαναγκάσουν τους κατοίκους να αποδεχτούν να χάσουν τον τελευταίο χώρο που απέμεινε να θυμίζει τις γειτονιές που μεγάλωσαν.

03-08Ηλιοβασίλεμα 3 Αυγούστου 2009

Ας θυμηθούμε με την ευκαιρία το απόσπασμά του διορατικού Κώστα Ταχτσή που είχαμε δημοσιεύσει παλιότερα στο blog μας:

Εχώ ζήσει σε πολλές πόλεις. Μερικές απ’ αυτές – το Σίντνεϋ, τη Νέα Υόρκη – τις αγάπησα πολύ, κι ευχαρίστως θα τις ξανάβλεπα για λίγο, έστω και μια φορά στα πέντε χρόνια. Αλλ’ όση ζωή μου μένει ακόμα, εδώ προπάντων, στην Αθήνα, θά ‘θελα να τη ζήσω, κι εδώ, όταν έρθει κάποτε κι εκείνη η ώρα, εδώ να τελειώσω τις μέρες μου. Κι εκτός αν συμβεί τίποτα απρόοπτο, μάλλον έτσι θα γίνει – κάποια στιγμή που ο πληθυσμός της θα πλησιάζει τα πέντε εκατομμύρια, πεντέμισι στην αιχμή της τουριστικής περιόδου. Ως τότε, σκέφτομαι καμιά φορά, δε ‘θαχει μείνει σχεδόν τίποτα απ’ την Αθήνα μου, εκείνη την Αθήνα που αγάπησα. Μα κάτι μέσα μου μου λέει πως ίσως να έχω κι άδικο. Γιατί – εκτός κι αν γίνει πια καμιά μεγάλη, κοσμογονική αλλαγή – θα μένουν πάντως για πολύ καιρό ακόμα, για πάντα ελπίζω, ο λόφος του Λυκαβηττού κι ο λόφος του Φιλοπάππου. Ως τότε βέβαια, θα’χουν «αξιοποιηθεί» από κάποια κακόγουστη δημοτική ή κρατική υπηρεσία και θά ’χουν μαντρωθεί με συρματοπλέγματα. Μα τα παιδιά και τα ζευγάρια των ερωτευμένων θα βρίσκουν πάντα έναν τρόπο ν’ ανοίγουν ένα πέρασμα, ίσα – ίσα για να μπορούνε να τρυπώνουν μέσα.

Κώστας Ταχτσής
«Η γιαγιά μου η Αθήνα» 1973!

07-07Η ανατολή του φεγγαριού 7 Ιουλίου 2009

Τραγούδι από τον προσωπικό δίσκο του Καλογιάννη «Εδώ που γεννηθήκαμε» (1983)
Στίχοι: Φώντας Λάδης. Μουσική: Δημήτρης Λάγιος. Πρώτη εκτέλεση: Αντώνης Καλογιάννης

Τούτη η πόλη

Τούτ’ η πόλη μοιάζει ξένη
στα δυο μάτια μου εμπρός,
τσιμεντένια αγαπημένη
που την άλλαξε ο καιρός.

Τούτ’ η πόλη πού πηγαίνει
μέρα νύχτα βιαστική,
με θωριά αλαφιασμένη
και πνιγμένη τη φωνή;

Σαν γριά σαντέζα που ‘ χει
μια χαμένη ομορφιά,
σαν εικόνα του Τσαρούχη
που ‘χουν μείνει τα καρφιά.

Τούτ’ η πόλη αλήθεια μοιάζει
φάντασμα τρελό του νου
την θωρώ καθώς χαράζει
μες στα πέπλα του καπνού.

Ζωντανεύει κάπου κάπου,
όνειρο αληθινό,
σαν περνώ στου Φιλοπάππου
και κοιτώ το δειλινό

Advertisements

Responses

  1. Από τα τόσα που μπορώ να πω για το λόφο μας, τον λόφο στον οποίο έκανα τα πρώτα μου βήματα και πέρασα όλη την παιδική και εφηβική ζωή μου, τον λόφο που σοφά μου γνώρισε ο πατέρας μου, συστηματικός περιπατητής της Αθήνας, τώρα κερδίζει μια εικόνα παιδική. Θάμουνα 10 χρονώ και ανέβαινα προς το μεγάλο νταμάρι (αυτό που σήμερα το λέμε «γλυπτική», παλιά το λέγανε και «αλάνα») από το Κουκάκι, από την Ορλώφ. Ήταν άνοιξη, πολύ πράσινο. Ήταν δύο πεταλούδες, μπλε, τεράστιες και πάλευαν μεταξύ τους … αυτό είδα εγώ τότε. Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφες πεταλούδες σε όλα μου τα ταξίδια.

    Σκέφτομαι μερικές φορές ότι όσο και να εγκληματούμε ως είδος επάνω στη φύση και τους εαυτούς μας, ευτυχώς είμαστε μικρότεροι από το χρόνο. Τιμή και δόξα στα μικρά σποράκια που φυτρώνουν στις ρωγμές του τσιμέντου και των πεζοδρομίων και δεν τα προσέχει κανείς από εμάς τους καταστροφείς. Η τιμωρία μας είναι η ζωή που ζούμε, ψημένοι στο τσιμέντο μας, συφοριασμένοι στην κλεισούρα μας. Η κόλαση και ο παράδεισος είναι εδώ.

    Ο λόφος μας είναι μια χαραμάδα ζωής, κανονικής ζωής, αθώας με μια έννοια ζωής, έξω από το καθημερινό έγκλημα εις βάρος μας. Η ζωή είναι μεγάλη σαν τον χρόνο και πιο μεγάλη από εμάς τους καταστροφείς.

    Μπορεί κάποτε εγώ, το παιδί μου, τα εγγόνια μου να ξαναδούμε μπλέ πεταλούδες στις ανηφοριές του Φιλοπάππου. Κι αν ο θεός το θελήσει, θα’ χουν κληρονομιά αυτό που μου άφησε εμένα ο πατέρας μου: μια βόλτα στου Φιλοπάππου όταν το ζητά η ψυχή τους.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: