Αναρτήθηκε από: filopappou | Ιουλίου 13, 2010

O αγώνας στου Φιλοπάππου σημείο αναφοράς για μια διαφορετική αντίληψη

Γιάννης Χαμηλάκης:

«Η Ελλάδα έχει γεμίσει από νεκρούς αρχαιολογικούς χώρους»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ katoiko@enet.gr

Αισθανόμαστε και είμαστε προνομιούχοι που έχουμε μια πρωτεύουσα διάστικτη από αρχαιολογικούς χώρους υψηλής αισθητικής αξίας και συμβολισμού. Είναι, όμως, αυτοί οι χώροι ομαλά ενταγμένοι στην καθημερινότητα της πόλης; Τους ζούμε ή κρατάμε τις αποστάσεις μας; Ο αρχαιολόγος Γιάννης Χαμηλάκης εξηγεί και ανιχνεύει μια σχέση έντασης.

Θα περίμενε κανείς ότι οι κάτοικοι της Αθήνας αισθανόμαστε μεγάλη οικειότητα με τα κάθε λογής κατάλοιπα της αρχαιότητας. Αισθανόμαστε σχεδόν σαν στο σπίτι μας διασχίζοντας τον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς, πηγαίνοντας βόλτα στο Ολυμπιείο ή για περπάτημα στον λόφο του Φιλοπάππου. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι, αντί για οργανικά κομμάτια της πόλης, οι αρχαιολογικοί χώροι ξεχωρίζουν σαν νησίδες απομονωμένες από την τύρβη της καθημερινότητας, ότι κατά κάποιον τρόπο οφείλουμε να τα ατενίζουμε με δέος, αντί για τη φυσικότητα με την οποία περιβάλλουμε ό,τι αισθανόμαστε δικό μας.

Δεν έχουμε καταφέρει να ενσωματώσουμε με επιτυχία στον αστικό ιστό και τον αστικό βίο τούς χώρους και τα μνημεία του παρελθόντος – ώς εδώ συμφωνεί ο Γιάννης Χαμηλάκης, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, ο οποίος, πέρα από τους λόγους, ενδιαφέρεται για τους τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να αλλάξει. Ανάμεσα στον θαυμασμό, το δέος και την υπερπροστασία, πώς καλλιεργείται το γνήσιο ενδιαφέρον και η άμεση επαφή με τα ίχνη της Ιστορίας μας; Πόσο σφιχτά κρατά η επίσημη αρχαιολογία τα κλειδιά της ερμηνείας και πώς θα μπορούσε να παρέμβει θετικά στη σχέση των τοπικών κοινωνιών με την κληρονομιά τους;

  • Στην Αθήνα ζούμε και κινούμαστε συνέχεια ανάμεσα σε αρχαιολογικούς χώρους. Είναι, όμως, ενταγμένοι στον αστικό βίο;

«Οι πρωτοβουλίες που έχουν αναπτύξει σχετικά με ακριβώς αυτό το θέμα διάφορες συλλογικότητες στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια μαρτυρούν ότι έχουμε πρόβλημα. Ή ότι ένα μέρος, τουλάχιστον, του πληθυσμού της πόλης αισθάνεται ότι δεν μας είναι όσο οικείοι θα έπρεπε, ότι δεν επικοινωνούν με τις τοπικές κοινωνίες όσο τα μέλη τους θα επιθυμούσαν».

  • Ιστορικά, ο ρόλος της αρχαιολογίας στην ελληνική κοινωνία με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει τη σχέση μας με τους αρχαιολογικούς χώρους;

«Να θυμίσουμε ότι τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος δεν τα ανακαλύπτουν απαραίτητα οι αρχαιολόγοι, όπως τείνουμε να πιστεύουμε. Συχνά οι αρχαιότητες είναι ορατές και απτές και σε αυτές τις περιπτώσεις οι αρχαιολόγοι τις εντάσσουν σε ένα διαφορετικό, επιστημονικό, θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Η αρχαιολογία στην Ελλάδα -και γενικότερα- αναπτύσσεται σαν επιστήμη τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας και της συγκρότησης του εθνικού κράτους, δηλαδή στο πλαίσιο της ιδεολογίας και των πρακτικών της δυτικής νεωτερικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για τη νεωτερική αρχαιολογία. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να μιλήσουμε και γι’ αυτό που έχω ονομάσει προνεωτερικές αρχαιολογίες: δηλαδή πρακτικές και αφηγήσεις που αφορούν τις αρχαιότητες, από ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες πριν από την εδραίωση της αρχαιολογίας ως νεωτερικής επιστήμης. Αν εξετάσουμε πρακτικές όπως είναι, για παράδειγμα, τα σπόλια -η ενσωμάτωση αρχαίων θραυσμάτων σε νεότερα κτίσματα- θα δούμε ότι οι άνθρωποι δεν ήταν αδιάφοροι στην παρουσία των αντικειμένων από άλλους χρόνους. Αντιθέτως, τα είχαν προσέξει, πολλές φορές είχαν κατασκευάσει ιστορίες και αφηγήσεις γύρω από τη βιογραφία τους και σε πολλές περιπτώσεις τα είχαν ενσωματώσει στην καθημερινότητά τους».

  • Πώς αλλάζει αυτό με τη νεωτερική αρχαιολογία;

«Η νεωτερική αρχαιολογία άλλαξε τα πάντα, εφόσον καθιέρωσε τους αρχαιολογικούς χώρους ως ξεχωριστούς που θα πρέπει να περιχαρακωθούν, να αποτελέσουν πια σχεδόν αποκλειστικά αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και στη συνέχεια αντικείμενο αποθαυμασμού από το κοινό. Ουσιαστικά, όρισε ότι αυτοί οι χώροι θα έπρεπε από εκεί και πέρα να είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό φυσικά είχε θετικές συνέπειες όσον αφορά την επιστημονική συζήτηση, αλλά είχε και αρνητικές συνέπειες, με κυριότερη την αποξένωση της τοπικής κοινωνίας από τις αρχαιότητες – συνέπειες που τις ζούμε έως σήμερα».

  • Υπάρχει μια αίσθηση ότι οι αρχαιολόγοι είναι εκείνοι που αποφασίζουν για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι με τις αρχαιότητες και κατά συνέπεια για τον τρόπο που έως ένα βαθμό προσλαμβάνουμε το παρελθόν μας. Είναι έτσι; Και πρέπει να είναι έτσι;

«Αυτό είναι αλήθεια και έχει και μια βάση. Στηρίζεται και στη νομοθεσία και στην τεχνική οργάνωση της αρχαιολογίας σαν τον αποκλειστικό διαχειριστή του υλικού παρελθόντος. Ετσι, ο κανόνας, ειδικά στην ελληνική περίπτωση, είναι να έχουμε κυρίως μια τεταμένη σχέση και πολλές φορές κάποιες συγκρούσεις ανάμεσα στην αρχαιολογική υπηρεσία και τις τοπικές κοινωνίες παρά το αντίθετο. Το τελευταίο διάστημα έχουν μπει δυναμικά στη σκηνή κάποιες πρωτοβουλίες που αμφισβητούν τον ρόλο της αρχαιολογίας ως αποκλειστικού διαχειριστή του υλικού παρελθόντος. Μια και μιλάμε για την Αθήνα, εγώ έχω υπόψη μου και έχω συνομιλήσει με κατοίκους της Πρωτοβουλίας του Φιλοπάππου, για παράδειγμα, την οποία θεωρώ πολύ ελπιδοφόρα».

  • Γιατί θεωρείτε ότι τέτοιες κινήσεις είναι ελπιδοφόρες;

«Κινήσεις κατοίκων σαν κι αυτή θέτουν εκ των πραγμάτων το ζήτημα της δημόσιας αρχαιολογίας. Εως σήμερα έχουμε κρατική αρχαιολογία, με την έννοια της οργάνωσης κρατικής υπηρεσίας, αλλά δεν έχουμε ακόμη δημόσια αρχαιολογία, με την έννοια της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στην αρχαιολογική διαδικασία. Επίσης, τέτοιες κινήσεις θέτουν το ζήτημα του τι είναι και τι πρέπει να είναι ένας αρχαιολογικός χώρος. Αναδεικνύουν επίσης την ανάγκη να ξαναμπούν οι αρχαιολογικοί χώροι στη ζωή της πόλης. Γιατί ναι μεν οι αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να προστατεύονται και να αποτελούν αντικείμενο μελέτης και φροντίδας της κρατικής υπηρεσίας, αλλά μπορούν παράλληλα να λειτουργήσουν και διαφορετικά, ως χώροι αναψυχής για παράδειγμα. Το βασικό σημείο της διαφωνίας των κατοίκων με την Εφορεία της Ακρόπολης, απ’ ό,τι ξέρω, αφορούσε σχέδια που προέβλεπαν ο λόφος να μετατραπεί σε περίκλειστο αρχαιολογικό χώρο με κάγκελα, ωράριο, φύλακες, ίσως εισιτήριο, και απαγόρευση πολλών δραστηριοτήτων. Δηλαδή, ενώ ο χώρος αυτή τη στιγμή είναι ζωντανός, θα γινόταν αποκλειστικά τουριστικός».

  • Το επιχείρημα των αρχαιολόγων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι αν δεν περιφρουρηθούν, οι αρχαιολογικοί χώροι κινδυνεύουν από βανδαλισμούς ή εγκατάλειψη.

«Ως ένα βαθμό έχουν δίκιο γιατί υπάρχουν περιπτώσεις καταστροφών, αλλά οι περισσότερες καταστροφές οφείλονται στο ότι ορισμένοι χτίζουν παράνομα θέλοντας να επεκτείνουν τις ιδιοκτησίες ή τις επιχειρήσεις τους. Από την άλλη, πολλοί χώροι που έχουν περιφραχθεί και είναι αποκλειστικά τουριστικοί, τελικά εγκαταλείπονται τόσο από την υπηρεσία που δεν έχει τους πόρους για να τους αναδείξει όσο και από τις τοπικές κοινωνίες που τους βλέπουν πια σαν χώρους εκτός της ζωής τους. Και δυστυχώς η Ελλάδα έχει γεμίσει από αρχαιολογικούς χώρους που είναι νεκροί, εντελώς αποξενωμένοι από την καθημερινότητα. Ενώ στου Φιλοπάππου οι κάτοικοι έχουν δείξει τη διάθεση να προστατεύσουν και να κρατήσουν ζωντανό τον χώρο, γεγονός που η επίσημη αρχαιολογία οφείλει να δει θετικά».

  • Γιατί μέχρι σήμερα δεν βλέπουν θετικά την εμπλοκή των κατοίκων οι εκπρόσωποι της επίσημης αρχαιολογίας;

«Πιστεύω ότι, εν μέρει, έχουν ακόμη την αντίληψη της αποκλειστικότητας όσον αφορά τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων. Πιστεύουν ότι από τη στιγμή που θεσμικά είναι υπεύθυνοι για τους χώρους αυτούς, πρέπει να είναι και αποκλειστικοί διαχειριστές τους. Οι αρχαιολόγοι φυσικά είναι ειδικοί επιστήμονες και η γνώμη τους είναι πολύ σημαντική, από την άλλη νομίζω ότι σιγά σιγά θα πρέπει να απεμπολήσουν ένα μέρος της εξουσίας τους, να δεχτούν ότι υπάρχουν και άλλες ερμηνείες και άλλες έγνοιες για τους αρχαιολογικούς χώρους, που θα πρέπει και αυτές να ακουστούν».

  • Τι μπορεί να χάνουμε βιώνοντας μια σχέση έντασης με τους αρχαιολογικούς χώρους κι έχοντας, με έναν τρόπο, εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι είναι κάτι ξεχωριστό – ότι δεν θα περάσουμε μέσα από αρχαιολογικό χώρο για να πάμε στη δουλειά μας, ότι δεν θα πάμε για τζόκινγκ κ.λπ.

«Συμβαίνει ένα παράδοξο: από τη μια η αρχαιολογία προβάλλεται ως, μεταξύ άλλων, ένα κεφάλαιο που έχει κατά καιρούς λειτουργήσει ως το πιο σημαντικό, συμβολικό, ιδεολογικό όπλο για την εθνική ιδεολογία και για το κράτος γενικότερα. Και από την άλλη έχουμε την αποξένωση για την οποία συζητάμε. Η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν οι αρχαιολογικοί χώροι ήταν μέρος της καθημερινότητας της πόλης, αν οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν μια πιο άμεση, πολυ-αισθητηριακή επικοινωνία με τους χώρους και τα μνημεία. Τότε θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική σχέση με το υλικό παρελθόν και την αρχαιότητα συνολικότερα. Δεν θα υπήρχε η απόλυτη εξιδανίκευση, γιατί η άμεση επαφή μάς εξοικειώνει και με την πολυχρονικότητα των μνημείων».

  • Γιατί έχει ενδιαφέρον η πολυχρονικότητα των μνημείων;

«Ολα τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι δεν ήταν ποτέ χώροι αποκλειστικά μιας συγκεκριμένης εποχής. Για παράδειγμα, για την κυρίαρχη ιδεολογία, η Ακρόπολη είναι αποκλειστικά ή κυρίως κλασικό μνημείο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας χώρος που ενσωματώνει και εκπροσωπεί πολλούς διαφορετικούς χρόνους, πολλές διαφορετικές πολιτισμικές φάσεις. Η άμεση εμπειρία με τον χώρο στην ολότητά του -και όχι μόνο με τις όψεις που προβάλλονται σήμερα- φέρνει τον επισκέπτη σε επαφή με όλες αυτές τις διαφορετικές πολιτισμικές φάσεις, γεγονός πολύ σημαντικό καθώς περιέχει και μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα άποψη για την αρχαιότητα. Υποχωρεί έτσι η εξιδανικευμένη εικόνα της μονοχρονικότητας, παύουμε να μιλάμε μόνο για την κλασική εποχή».

  • Εχετε διατυπώσει την άποψη ότι από εδώ και πέρα οποιαδήποτε σχέδια έχουν να κάνουν με την ενσωμάτωση των αρχαιολογικών χώρων στην αστική ζωή πρέπει να λαμβάνουν οπωσδήποτε υπόψη τις γνώμες και τις πρωτοβουλίες των κατοίκων. Ωστόσο, μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να ενίστανται διαρκώς οι κάτοικοι, οπότε τα έργα να μην προχωρούν; Επειτα, δεν είναι απαραίτητο ότι οι κάτοικοι έχουν δίκιο.

«Σίγουρα, δεν σημαίνει ότι οτιδήποτε ακούγεται από οποιαδήποτε πρωτοβουλία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να σταματούν τα έργα προκειμένου να εξεταστεί κάθε αίτημα. Δεν θα πρέπει να περάσουμε στον απόλυτο σχετικισμό, να δεχτούμε δηλαδή πως ό,τι λέγεται από οποιαδήποτε ομάδα είναι σωστό. Αλλωστε πολλές φορές μέσα σε μια πρωτοβουλία πολιτών συνυπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις αλλά και συμφέροντα. Αλλά η αρχή είναι σημαντική – ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Από εκεί και πέρα, στο πλαίσιο του διαλόγου μπορεί να τεθούν ερωτήματα και σκέψεις που θα οδηγήσουν σε συνθέσεις ή γνώμες που θα απορριφθούν. Δεν είμαι της άποψης ότι καθετί που προέρχεται από την τοπική κοινωνία πρέπει απαραίτητα να είναι αποδεκτό από τη διοίκηση ή τα υπουργεία».

  • Πικνίκ σε αρχαιολογικούς χώρους μπορούμε να φανταστούμε;

«Φυσικά. Νομίζω, μάλιστα, ότι πρέπει να συμβαίνει».

  • Ωστόσο, έχουμε και ένα κακό προηγούμενο στην Ελλάδα όσον αφορά τη φροντίδα μας για τον δημόσιο χώρο. Οταν οι παραλίες μας είναι γεμάτες σκουπίδια, γιατί να αισθάνεται κανείς ασφαλής ότι τα ίχνη ενός πικνίκ δεν θα παραμείνουν στον αρχαιολογικό χώρο;

«Υπάρχει αυτή η διάσταση. Ομως όταν κανείς νιώσει ότι ένας χώρος είναι μέρος της ζωής του, τείνει να τον προστατεύει. Στην περίπτωση του Φιλοπάππου, για παράδειγμα, οι ίδιοι οι κάτοικοι ενδιαφέρονται πολύ και προσπαθούν να φροντίζουν για την καθαριότητα, οργανώνουν και περιπολίες το καλοκαίρι για τον φόβο πυρκαγιάς».

Ο Ναός του Ποσειδώνα στον Πόρο

  • Εχετε παραδείγματα χώρων που είναι με επιτυχία ενσωματωμένοι στη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας;

«Μπορώ να αναφέρω ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά λόγω της προσωπικής ενασχόλησης. Πρόκειται για τον Ναό του Ποσειδώνα στον Πόρο. Η όλη προβληματική του ανασκαφικού προγράμματος τα τελευταία τρία χρόνια είναι ότι παράλληλα με την έρευνα θέλαμε να αναπτύξουμε και μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες γύρω από την ενσωμάτωση του χώρου στην τοπική κοινωνία. Ετσι, ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος, ο Αρης Αναγνωστόπουλος, και ένας αρχαιολόγος ήμασταν από την αρχή υπεύθυνοι αποκλειστικά γι’ αυτήν την πλευρά του προγράμματος, που από τη μια περιλάμβανε αυτό που ονομάζουμε αρχαιολογική εθνογραφία, δηλαδή συνεντεύξεις και άμεση καθημερινή επαφή με τους κατοίκους ώστε να δούμε αρχικά τις απόψεις τους και πώς προσλαμβάνουν την ανασκαφική δραστηριότητα, αλλά και την αρχαιολογία γενικότερα, και από την άλλη προγράμματα σε συνεργασία με τα σχολεία, ξεναγήσεις, ακόμη και παραστάσεις στον χώρο. Αυτό που αποδείχτηκε ότι είχε μεγάλη σημασία για την τοπική κοινωνία είναι ότι για πρώτη φορά ο χώρος άνοιξε για νέες δραστηριότητες, ενώ νωρίτερα, για πολλά χρόνια, ήταν ένας κλειστός χώρος ανασκαφής, περιφραγμένος με συρματόπλεγμα».

info:Ανάμεσα στα βιβλία του Γιάννη Χαμηλάκη, τα οποία αγγίζουν το θέμα της δημόσιας αρχαιολογίας, είναι τα «The Nation and its Ruins: Antiquity, Archaeology and National Imagination in Greece» (2007, Oxford University Press, Βραβείο Edmund Keeley, του Modern Greek Studies Association), και οι συλλογικοί τόμοι «Αρχαιολογία και Ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα. Παράγοντας και Καταναλώνοντας τους «Μινωίτες»» (2010, επ. με τη Ν. Momigliano, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), και «Archaeological Ethnographies» (2009, επιμ. με τον Α. Αναγνωστόπουλο).

Advertisements

Responses

  1. Ευχαριστούμε τον Γιάννη Χαμηλάκη γιατί μας δίνει την ευκαιρία να αναπτύξουμε θετικό προβληματισμό. Να αναπνεύσουμε λίγον αέρα.

    Σε αντίθεση με τον κο Πορτοσάλτε που μας τριγυρνά στα ίδια και στα ίδια ασφυκτικά πράγματα.

    Στου Φιλοπάππου, η συνύπαρξη αρχαιολογικού χώρου και αστικού ιστού έχει θεσμοθετηθεί άγραφα, ήρεμα και ομαλά μέσα στις δεκαετίες. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από μια δράκα αρχαιολόγων που εκλήθησαν να ικανοποιήσουν δύο μεγάλα ζητούμενα: (ι) να απορροφήσουν στα γρήγορα μεγάλα Ολυμπιακά κονδύλια (ιι) να δώσουν ηθική δικαίωση στα κονδυλιοφάγα έργα (χρεώνοντας για παράδειγμα την περίφραξη 110.000 δραχμές το τρέχον μέτρο). Και αυτοί το είδαν σαν την ευκαιρία της ζωής τους να λάμψουν και αυτοί στο στερέωμα…

    Ουδέν κακόν αμιγές καλού, και άλλα παρόμοια ρητά εδώ. Γιατί άνοιξε και από τον κόσμο το θέμα που θέτει ο Γιάννης Χαμηλάκης βλέποντάς το από τα μέσα. Και γίνονται βήματα προς τα εκεί καθώς ο προβληματισμός αγγίζει και τους κατοίκους της πόλης μας ως εμπειρία αλλά και σχετιζόμενους επιστημονικούς κλάδους ως ώριμο κοινωνικό θέμα.

    Σημαντικό υλικό για όλα αυτά θα δοθεί όταν θα δημοσιοποιηθεί το υλικό της ημερίδας για τους αρχαιολογικούς χώρους που οργάνωσαν τα κινήματα πόλης στις 17 Μαίου 2010.

    Και να σημειωθεί ότι η κυρία Βογιατζόγλου και η υπηρεσία της έλαμψαν δια της απουσίας τους από την ημερίδα μολονότι είχαν προσκληθεί και με αριθμό πρωτοκόλλου. Το ίδιο και ο κος Πορτοσάλτε, μολονότι και αυτός είχε ενημερωθεί. Αυτοί, βλέπετε, δεν συζητάνε τις απόψεις τους, τις επιβάλλουν.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: