Αναρτήθηκε από: filopappou | Αύγουστος 4, 2010

Αναμνήσεις από του Φιλοπάππου

Η μάνα μου κι ο πατέρας μου αγαπούσαν τις βόλτες στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας και ξεποδάριαζαν κι εμένα ,από τότε που ούτε καν θυμάμαι τον εαυτό μου. Κάθε τόσο, ανέβα- κατέβα, άντε ένας Λυκαβηττός, άντε ένας Στρέφη, μια γύρα στον βασιλικό, τότε, κήπο –αυτό ήταν και καρώτο, για μένα, για να ταΐσουμε τα παπάκια. Όμως η πιο καλή μου βόλτα, αυτή που μου΄χει αφήσει τις πιο γλυκές αναμνήσεις, ήταν ανηφόρα στην Ακρόπολη, κατηφόρα και πάλι ανηφόρα στου Φιλοπάππου ή τ’ανάποδο. Και συχνά μόνο Φιλοπάππου, κάποιες φορές παίρνοντας την πίσω διαδρομή, κατσάβραχα κανονικά. Η μάνα μου σ’ αυτό αρνιόταν να’ρθει- δεν τα πήγαινε καλά με «αναρριχήσεις». Σκαρφαλώναμε λοιπόν, ο πατέρας μου και εγώ, από την πίσω μεριά, απ’τα Πετράλωνα, που είχε  βράχια προς το λόφο. Μόλις  φτάναμε στην κορυφή, ο πατέρας άρχιζε κάθε φορά  να διηγιέται: γιατί φτιάχτηκε το μνημείο, γιατί είναι τόσο λείες οι μαρμάρινες πλάκες, γιατί εκείνοι οι άνθρωποι που ζούσαν τότε εδώ έφτιαχναν τέτοια και να, κοίτα κι απέναντι στην Ακρόπολη, βλέπεις μια σπηλιά… κι έριχνε και λίγο αλατάκι για να τις κάνει πιο γοητευτικές τις ιστορίες του . Κι ύστερα, είτε είχε αναρρίχηση είτε όχι, οι τρείς μας ή οι δυο, κατηφορίζαμε στο ωραίο καφενεδάκι για υποβρύχια κι όλα τα σχετικά.  Και τι δεν έχω κάνει στα μέρη αυτά! Μέχρι και αητό έχω πετάξει στου Φιλοπάππου, που τον φτιάχναμε μονάχοι μας. Μια φορά που είχε χιονίσει, σύρθηκα τσουλήθρα στο δρομάκι του Πικιώνη, με τους γονιούς μου πίσω μου άναυδους και τρομοκρατημένους. Κι έγινε και μια Μπιενάλε τη δεκαετία του ’60 –οι μεγάλοι μού ανακοίνωσαν ότι πρέπει να πάμε, γιατί είχαν φτιάξει έργα, λέει, μεγάλοι καλλιτέχνες – και μ’έτρεχαν μέσα στη ζέστη κι έβλεπα γλυπτά μέσα στα δεντράκια με θολούρα σκόνης από τα ποδάρια του κόσμου –χώμα ήταν κάτω βλέπεις–  κι εγώ σερνόμουν, αλλά ξαφνικά άρχισα να γελάω βλέποντας κάτι και είπα ότι, αλλιώτικο είναι κι έχει πολλές τρύπες και δε μοιάζει με Αφροδίτη, αλλά μοιάζει με το μνημείο επάνω. Ήταν η  «Αφροδίτη με τα συρτάρια», κι ας μην εμπνεύστηκε ο Νταλί απ’το μνημείο.

Πήρε σειρά κι η επόμενη γενιά, γιατί πήγαινα τα παιδιά μου, ή τα πήγαινε ο παππούς –έξω η αναρρίχηση βέβαια. Σιγά-σιγά ωστόσο, το’κοψα, χάθηκε η γοητεία της βόλτας με τους «Διόνυσους», τα αυτοκίνητα, τα κορναρίσματα και τα παρκαρίσματα ακόμα και στο δρομάκι του Πικιώνη. Γιατί, βλέπεις, λάχαιναν και οι γάμοι στον Άη Δημήτρη, που πέρα απ’της νύφης το όχημα τσοντάρονταν και τ’αμάξια των καλεσμένων, με κάτι τύπους που ανοιγόκλειναν την αλυσίδα που απαγορεύει δήθεν την είσοδο στ’αμάξια. Απαξίωσαν και το ωραίο καφενεδάκι κι αφού απαξιώθηκε όμορφα κι ωραία, το είχανε δώσει σε «χαϊλίδικη» εκμετάλλευση, με πλαστικό γκαζόν κιόλας για τα αβρά πόδια των πελατών και για να τέρπονται σε «πολιτισμένο» περιβάλλον. Κι όλα τούτα γίνανε στο όνομα της ανάπτυξης και της ανάπλασης –μ’ άλλα λόγια να φάνε οι διάφοροι κανένα φράγκο απ’τους τουρίστες…

(Ε, αν θέλουν ανάπλαση, ας πάνε να κάνουν πρώτα μια ανάπλαση στο μικρό τους το μυαλό)

Αναμνηστικόν από τη φίλη μας τη Μίτση Β.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: